Δάνειο (δανεισμός)

Από Antilexico

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Αρχαία

δάνος

Αγγλικά

loan

Ερμηνεία

χορήγηση, χρηματικού ποσού για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα με ή χωρίς τόκο

Ρίζα

δάνος, δάνειο

Ομόριζα

δανείζω, δανειακός, δανεικός, δανειοδότηση, δανειολήπτης, δανειοληπτικός, δανειομεσίτης, δανεισμός, δάνειος, δανειστής, δανειστικός

Συνώνυμα

- δανειακή σύμβαση, ποσό (συγκεκριμένο, ανοιχτό (ανοικτό), νόμιμος τόκος, περίοδος χάριτος, εξόφληση: λήξη επιστροφής δανείου (ολόκληρο το ποσό), έναρξη επιστροφής δανείου (ολόκληρο το ποσό), έναρξη επιστροφής (με δόσεις), δανειακός λογαριασμός, δανειακές πρόσθετες επιβαρύνσεις, δανειστής: χρηματοδότης, πιστωτής, τοκιστής, ενεχυροδανειστής, φυσικό πρόσωπο, νομικό πρόσωπο (τράπεζα, πιστωτικό ίδρυμα), ενεχυροδανειστήριο, τοκισμός, εκτοκισμός, ανατοκισμός - δάνειο: ορισμένου ποσού, με ανοιχτό (ανοικτό) λογαριασμό, άτοκο, έντοκο, χαμηλότοκο, υψηλότοκο (τοκογλυφικό, βαρύτοκο, ληστρικό), κεφαλαιοποίηση τόκων, βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο, μακροοπρόθεσμο, ελεύθερο (ανέγγυο), εγγυημένο: με ενέχυρο (επ' ενεχύρω αξιών, εμπορευμάτων), με προσημείωση (προσημειωμένο) με υποθήκη (υποθηκευμένο), προαιρετικό, χαμηλότοκο, υψηλότοκο, ομολογιακό, παραγωγικό, αναγκαστικό, εμπορικό, βιοτεχνικό, βιομηχανικό, χρησιδάνειο, λαχειοφόρο, θαλασσοδάνειο (χωρίς επιστροφή) - χαρακτηρισμοί: σύναψη, συνομολόγηση, ύψος ποσού, επιτόκιο, διάρκεια, ρήτρες, εξόφληση: ασφαλής, σίγουρη (με πιστοληπτική ικανότητα, παροχή προσωπικών εγγυήσεων, με καλύμματα: ενέχυρα, προσημειώσεις, υποθήκες), επισφαλής, επίφοβη, επικίνδυνη, αβέβαιη, άδηλη, ασταθής, εγγενής, αδύνατη), απόσβεση, πρόσθετες ασφάλειες, (ασφάλιση ζωής), ασφάλιστρα - δημόσιο, διεθνές (δάνειο)

Ουσιαστικά

δανειακή πολιτική, παροχή, σύναψη, δανείου, δανειοδότηση, παρακολούθηση, εξόφληση, εκκρεμότητα, λήψη μέτρων εξόφλησης, δικαστικές ενέργειες, υλοποίηση δικαστικών αποφάσεων, καταβολή τόκων, κεφαλαιοποίηση, ανοιχτός λογαριασμός, μερίδα, απόδοση κεφαλαίου (άτοκο δάνειο), επιστροφή τόκων, δανειακές επιβαρύνσεις (ψιλά γράμματα)

Ρήμα Μεταβατικό

- δανείζω, δανειοδοτώ, παρέχω, χορηγώ δάνειο, δίνω δανεικά, συνάπτω, συνομολογώ, πιστώσεις (με χρήμα), τοκίζω (χρήματα νόμιμα), ανατοκίζω, εκτοκίζω, κάνω ανατοκισμό, ανακεφαλαιώνω (τόκους), κεφαλαιοποιώ (τους οφειλόμενους τόκους), προσθέτω τόκους στο κεφάλαιο, αυξάνω (σε απόδοση το κεφάλαιο), επιβάλλω (παράνομους τόκους), κάνω τοκογλυφία, τοκογλυφώ

Ρήμα Αμετάβατο

- δανείζομαι (παίρνω, λαμβάνω δανεικά), χρεώνομαι, καταφεύγω, προσφεύγω σε δανεισμό, συνάπτω, συνομολογώ, υπογράφω σύμβαση δανείου, αποδέχομαι (το ύψος του τόκου), υπόσχομαι να επιστρέψω κεφάλαιο και τόκους)

Επίθετο

δανεικός (δανεικά χρήματα), δανεισμένος, δανείσιμος, χρεωμένος, δανειστής, χρηματοδότης, πιστωτής, τοκιστής, φερέγγυος, (αντιθ.): αφερέγγυος, ευσυνείδητος, έντιμος, συνεπής, ηθικός, τίμιος, χρηστός (αντιθ.): ανέντιμος, ανυπόληπτος, ασυνεπής, ασυνείδητος

Επίρρημα

- νόμιμα (επιτόκια), νομίμως (επιβαλλόμενο), (συνέπεια, εξόφληση) εγκαίρως

- δάνειο (επί επιστροφή, εντόκως, νομίμως (καταλογισθέν ποσόν)

Αντίθετα

αποφεύγω το δανεισμό, δεν δανείζομαι, δεν έχω χρηματικές οφειλές, αποφεύγω, δεν λαμβάνω τραπεζικά δάνεια, διαθέτω άνετη ταμιακή ρευστότητα

Αλλοεθνείς Λέξεις

Λαϊκές Εκφράσεις

- δανεικά και αγύριστα - έγκαιρη εξόφληση δανείου - μεγάλη πιστοληπτική ικανότητα - στη δανειακή σύμβαση δεν υπάρχουν ειδικές ρήτρες (χρυσού, συναλλάγματος (ξένου νομίσματος) τιμαρίθμου, έγκαιρης εξόφλησης

Κύριες Εκφράσεις

Παρατηρήσεις

αντιΛΕΞΙΚΟ

Προσωπικά εργαλεία
Με την υποστήριξη τής ΜΑΤΖΕΝΤΑ