Ηρεμία

Από Antilexico

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Αρχαία

ηρεμία

Αγγλικά

peace, quiet (ness), calm (ness), stillness, quitude

Ερμηνεία

κατάσταση η οποία διέπεται, καθορίζεται από ησυχία, (κάλμα), γαλήνη και αταραξία, απουσία, έντασης, σύγχισης και ταραχής

Ρίζα

ηρεμώ

Ομόριζα

ήρεμος, ηρεμιστικός, ήρεμα, ηρέμιση

Συνώνυμα

- γαλήνη, ησυχία, ακινησία, αταραξία, κάλμα, μακαριότητα, ειρήνη, πραότητα, αμεριμνησία, ψυχραιμία, στωικότητα, ομαλότητα, νηνεμία, μπουνάτσα - τάξη, ασφάλεια, έλλειψη κινδύνων και ταραχών

Ουσιαστικά

- ήρεμη κατάσταση, ομαλότητα, ομαλός τρόπος ζωής, έλλειψη βίας, ταραχών, καθησύχαση, απάθεια, νηνεμία, καταλάγιασμα, κατακάθισμα, μπουνάτσα, μπουνατσάρισμα, μαϊνάρισμα - ψυχική ηρεμία, γαλήνη, γαλήνευση, ακινησία, κάλμα, καλμάρισμα, ευδία (μαλακός, αίθριος, καιρός), καλοκαιρία, καλοσύνη

Ρήμα Μεταβατικό

- κάνω (κάμνω), διαβιώνω (διαβιώ), περνώ τη ζωή μου με (εν) ηρεμία, γαλήνη, ησυχία πραότητα, στωικότητα, έχω, διατηρώ ήρεμο βίο - καθιστώ, αποκαθιστώ, φέρω (φέρνω), επαναφέρω ήρεμες συνθήκες, καθησυχάζω, καταλαγιάζω, καλμάρω, γαληνεύω, ησυχάζω

Ρήμα Αμετάβατο

ηρεμώ, ησυχάζω, καλμάρω, μαϊνάρω, μπουνατσάρω, είμαι ήρεμος, ήσυχος, ψύχραιμος, στωικός, καθίσταμαι (ήσυχος, ησυχάζω), διατηρούμαι (ήρεμος, ηρεμώ), κατέχομαι (από γαλήνη, γαληνεύω), κρατιέμαι, βρίσκομαι (σε ειρηνικό περιβάλλον, ειρηνεύω) - (τριτοπ.) κυριαρχεί, υπερισχύει, επικρατεί (τάξη, ηρεμία, γαλήνη), έχει κάλμα, ακινησία, στον αέρα: άπνοια), στη θάλασσα: είναι λάδι, γιαλί, στο δάσος: ησυχία, ακινησία, σε πλωτό μέσο: ισορροπία, εύπλοια, στη φύση: ευδία (καλοκαιρία, καλοσύνη)

Επίθετο

ήρεμος, ακίνητος, ήσυχος (καθυσυσχαστικός), ήμερος, γαλήνιος, (γαληνός, γαληναίος), πράος, ψύχραιμος, ατάραχος, ααδιατάραχτος (αδιατάρακτος), καλμαρισμένος, μαλακός, ακύμαντος, (ακύμων), (αντίθ.: πολυκύμαντος, ταραχώδης), ακυμάτιστος, σαν λάδι, γιαλί) ακλυδώνιστος, καλμαρισμένος, μαλακός, μειλίχιος, αδρανής, μακάριος, αθόρυβος, αθορύβητος

Επίρρημα

ήρεμα (ηρέμως), ακύμαντα (ακυμάντως), ήσυχα (ησύχως), ατάραχα (αταράχως), αδιατάρακτα (αδιαταράκτως)

Αντίθετα

ταραχή, αναταραχή, φουρτούνα, τρικυμία, αναβρασμός, αναστάτωση, ψυχικός, αναβρασμός, κίνηση (πυρετώδης, πυκνή), ανησυχία, άγχος, διέγερση, ένταση, αναστάτωση, έγνοια, παλιόκαιρος, διαβολόκαιρος, κακοκαιρία, αταξία, ακαταταστία, ανακατωσούρα

Αλλοεθνείς Λέξεις

σήμερα είναι η καλοκαιρία (Αγ. Γραφή: (λέγετε) ένδια πυρράζει γαρ ο ουρανός (Ματθ. 16:2) - (λέτε) ο καιρός θα είναι αίθριος γιατί ο ουρανός είναι κόκκινος σαν τη φωτιά

Λαϊκές Εκφράσεις

Κύριες Εκφράσεις

Παρατηρήσεις

αντιΛΕΞΙΚΟ

Προσωπικά εργαλεία
Με την υποστήριξη τής ΜΑΤΖΕΝΤΑ