Καλαισθησία/ακαλαισθησία

Από Antilexico

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Αρχαία

καλαισθησία, α+

Αγγλικά

good taste, elegance, artistry

Ερμηνεία

καλό γούστο, φιλοκαλία, αίσθηση και διάκριση κάθε καλού και ωραίου. Ακαλαισθησία είναι στέρηση καλαισθησίας, κακογουστιά

Ρίζα

καλόν (κάλλος, ωραιότητα) + αίσθησις, καλαισθησία α (στερ.) καλαισθησία

Ομόριζα

καλαίσθητος, καλαισθησία (αντιθ. ακαλαίσθητος, ακαλαισθησία)

Συνώνυμα

Ουσιαστικά

ωραίο γούστο, αγάπη και εκτίμηση για το καλό και όμορφο, φιλοκαλία, μεράκι, καλαίσθητη επιμέλεια (αντιθ. ακαλαισθησία, κακογουστιά, έλλειψη κομψότητας, κακομοιριά, ανοστία) - καλλιεργημένο λεπτό γούστο, φινέτσα, λεπτότητα, ανεπτυγμένη καλαισθησία (αντιθ.: ακαλαίσθητη μίμηση, κακοτεχνία, ακαλαίσθητη προσπάθεια - εργασία, αισθητική αντίληψη (περί του ωραίου) (αντιθ.: παραμονή στην ακαλαισθησία και αφιλοκαλία, στην έλλειψη καλού γούστου) - αέρας, χάρη, θελκτική νοστιμιά, σκέρτσο, γοητεία, άνεση στις κινήσεις ή γραμμές, καλαίσθητη εμφάνιση, κομψότητα, απέριττη ανεπιτήδευτη κομψότητα, αβρότητα, λεπτότητα, διακριτικότητα, ευπρέπεια, κομψότητα, ευγένεια - καλλιτεχνική, αισθητική αγωγή, μόρφωση, καλλιέργεια, καλαίσθητη εργασία, καλλιτεχνία, καλαισθητική, καλλιέργεια λεπτού γούστου στο ντύσιμο και διακόσμηση (αντιθ. ακαλαισθησία, κακογουστιά) - λάτρης (θηλ. λάτρις), αποκλειστική πίστη και αφοσίωση (στον αληθινό Θεό) - ωραιοπάθεια, αυτός που επιθυμεί τον εαυτό του ωραίο (εξωτερικά),, ναρκισσευόμενος, λάτρης (θηλ. λάτρις του ωραίου της εξωτερικής εμφάνισης), αισθητική, καλολογία, ιδιοτελής αντίληψη περί του ωραίου

Ρήμα Μεταβατικό

- κάμνω (κάμνω), καθιστώ, νοστιμεύω, κομψεύω, εκλεπτύνω, λεπτύνω, λειαίνω, εξομαλύνω (υλικά αντικείμενα), καλλιέργεια αβροφροσύνης και πολιτισμένης συμπεριφοράς και διαγωγής (αντιθ.: ανοσταίνω, καθιστά κάποιον άνοστο, άχαρι, άνθρωπος χωρίς καλαισθησία), άκομψο, άγαρμπο, κακοντυμένο, απεριποίητο, άχαρο, ανούσιο)

Ρήμα Αμετάβατο

- είμαι, διατηρούμαι καλαίσθητος, εμφανίσιμος, ωραίος, όμορφος, επιμελημένος, κομψεύομαι, καθίσταμαι, γίνομαι κομψός, καλαίσθητος - νοστιμεύομαι, καθοδηγούμαι από τη μόδα και την εξέλιξη (αντιθ.: ανοσταίνω, γίνομαι, καθίσταμαι άνοστος, σαχλός, κενός, (περιεχόμενου), ελαφρόμυαλος, άκομψος, κακόγουστος, άγαρμπος, χοντροκομμένος, άσχημος, ασουλούπωτος, ακαλαίσθητος)

Επίθετο

καλαίσθητος (αντιθ. ακαλαίσθητος), ωραιοπαθής, κομψός, φιλόκαλος, αισθητικά ανεπτυγμένος, προηγμένος, λεπτός, διακριτικός, εύσχημος, ευγενικός, έντεχνος, (αντιθ.: άνοστος, ασουλούπωτος, κακοντυμένος, κακόγουστος, ακαλαίσθητος, άγαρμπος, χοντροκομμένος), χαριτωμένος, νόστιμος, ευχάριστος, καλαισθητικός, καλολογικός, ωραιολογικός (ενασχόληση με το ωραίο), καλλιεργημένος, περίκομψος (αντιθ.: άχαρις, ακαλαίσθητος, αφιλόκαλος, στερημένος (καλαισθησίας), κακομοίρης, βαρύς, χοντροκαμωμένος, ασουλούπωτος, αντικαλλιτεχνικός, τοποθετημένος κατά του γούστου (πρόχειρος)

Επίρρημα

καλαισθησία (καλαισθήτως) (αντιθ.: ακαλαίσθητα (ακαλαισθήτως), αισθητικά (αισθητικώς), κομψά, κομψώς, εύσχημα (ευσχήμως), καλολογικά (καλολογικώς), διακριτικά (διακριτικώς), καλλιτεχνικά (καλλιτεχνικώς), καλαισθητικά (καλαισθητικώς), κομψά (κομψώς), απειροκάλως, φιλοκάλως (αντιθ.: άκομψα (χωρίς κομψότητα), αισθητικά μειωμένος, χωρίς χάρη (χαριέντως) και νοστιμιά (άνοστος), αντικαλλιτεχνικά (αντικαλλιτεχνικώς)

Αντίθετα

καλαισθησία (ακαλαισθησία), φιλόκαλος (αφιλοκαλία), καλόγουστος (κακόγουστος), κακογουστιά, λεπτός (στα γούστα), (χοντροκομμένος, χοντροκοπιά), ωραίος (άσχημος), χαριτωμένος (άχαρις), κομψός (άκομψος), καλαίσθητος (ακαλαίσθητος), εμφανίσιμος (ασουλούπωτος), ευγενής (αγενής), πνευματώδης (υλιστής), έξυπνος (βλάκας, διανοητικά καθυστερημένος)

Αλλοεθνείς Λέξεις

σικ (chick-γαλλ.), κομψότητα, φινέτσα, αριστοκρατία (αντιθ.: κακόγουστος, άκομψος)

Λαϊκές Εκφράσεις

έχει χάρη, γούστο, για γούστο (χάριν γούστου), κάνω γούστο, γούστο μου και καπέλο μου, μη μου χαλάς τα γούστα, ωραίος άνθρωπος, τύπος, σικ, καλοντυμένος, χαριτωμένος, άψογος (αντιθ.: ασουλούπωτος, άχαρις, χοντροκομμένος)

Κύριες Εκφράσεις

Παρατηρήσεις

αντιΛΕΞΙΚΟ

Προσωπικά εργαλεία
Με την υποστήριξη τής ΜΑΤΖΕΝΤΑ