Προορισμός

Από Antilexico

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Αρχαία

προορίζω

Αγγλικά

destination

Ερμηνεία

σκοπός της ύπαρξης (προσώπου, αντικειμένου, θεσμού), λειτουργίας, 2) κατεύθυνση, σημείο που επιθυμεί κάποιος να φθάσει

Ρίζα

προ (από πριν) + όρος (σκοπός, τέλος)

Ομόριζα

προορίζω, προοπτικός, προοπτική, πρό-οδος, προ-οικονομία, προ-οίμιο κ.λπ.

Συνώνυμα

- κατεύθυνση (τόπος, χώρος), τέλος, τέρμα, επιδίωξης

- προκαθορισμός (εκ των προτέρων: καθορισμός ενός αποτελέσματος, προσδιορισμός (ακριβής καθορισμός, προηγουμένως) - σκοπός, όραμα, προοπτική, επιδίωξη, στόχος, βασική προϋπόθεση του προκαθορισμού: διακριτική και εκλεκετική διάθεση για την εκτέλεση του προκαθορισμού στα πλαίσια της απόλυτης εκδήλωσης της ελεύθερης βούλησης

- επιδίωξη (σκοπός, λόγος, αιτία, αποστολή, προοπτική, τελικό σχέδιο, πρόγραμμα)

- διεύθυνση: τελικός προορισμός

Ουσιαστικά

- αποστολή, παραλαβή, παράδοση - τελικός (προορισμός), επιβίβαση, αναχώρηση, διάρκεια πορείας, διαδρομής, τέλος, τέρμα, τερματισμός ταξιδιού, αποβίβαση (προσώπων), εκφόρτωση (φορτίων), σημείο άφιξης,κατάληξης (προορισμού)

Ρήμα Μεταβατικό

προορίζω, κατευθύνω, προσανατολίζω, κατατοπίζω, αποστέλλω

Ρήμα Αμετάβατο

- έχω προορισμό, προορίζομαι (για...), πορεύομαι, κατευθύνομαι, βαίνω, βαδίζω, οχούμαι, επιβιβάζομαι, μεταφέρομαι, αφικνούμαι

Επίθετο

προοριστικός, κατευθυντήριος

Επίρρημα

προς τα πού; κατά πού; προς τα εδώ; προς τα εκεί, προς ένα (μέρος) προς άλλο (μέρος) κατά εδώ, κατά εκεί, παραδώθε, παρακάτω, εδώ, αλλαχού

Αντίθετα

αρχή, αφετηρία, προέλευση, ρίζα, πηγή

Αλλοεθνείς Λέξεις

Λαϊκές Εκφράσεις

από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις;

Κύριες Εκφράσεις

Παρατηρήσεις

αντιΛΕΞΙΚΟ

Με την υποστήριξη τής ΜΑΤΖΕΝΤΑ